Οδηγίες!!!

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Η Εκδίκηση του Βλάχου,μικρές Ιστορίες του χωριού


Αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια, βιώματα που σημάδεψαν τη ζωή μου και γεγονότα που θα πρέπει να θυμούνται οι τωρινοί αλλά και να γνωρίζουν οι επερχόμενες γενιές μου φώναξαν να γράψω μερικές Μικρές Ιστορίες του χωριού….Έτσι για να μην ξεχνάμε…
Ήταν Δευτέρα Μεγάλη εβδομάδα ,καταμεσήμερο με τον Ανοιξιάτικο ήλιο να καίει λες και ήταν Αύγουστος, όταν άραξε στην πλατεία του χωριού ένα μεγάλο φορτηγό του ζωέμπορα του κυρ-Θανάση.
Κατέβηκε  από το φορτηγό ο κυρ-Θανάσης καμαρωτός, καμαρωτός  και πήγε στο κεντρικό καφενείο του κυρ-Γιώργου.
Κέρασε ,σαν χουβαρντάς που είναι όλους τους θαμώνες και ρώτησε…..
Έχει κανένας αρνιά στο χωριό?
Έχω εγώ αποκρίθηκε ο Μπάρμπα Γιώργος, τσέλιγκας από προσπάπου με 580 πρόβατα όπως έλεγε.
- Είναι καλά? Ρώτησε ο κυρ-Θανάσης ο ζωέμπορας..
- Πολύ καλά αποκρίθηκε ο Μπάρμπα Γιώργος.
- Μπορώ να τα δώ? Ξαναρώτησε ο ζωέμπορας.
- Πως και δεν μπορείς ,όποτε θέλεις του αποκρίθηκε ο Μπάρμπας.
- Που τα έχεις ξαναρώτησε ο ζωέμπορας.
- Στη στάνη επάνω στο βουνό μια ώρα δρόμο με τα πόδια αποκρίθηκε ο Μπάρμπας.
- Πάμε να τα δούμε του λέει ο Ζωέμπορας.
- Και δεν πάμε λέει ο Μπάρμπα Γιώργος .
 Σηκώθηκε από την καρέκλα ,κρατώντας την γκλίτσα του ,μπροστά αυτός πίσω ο κυρ-Θανάσης ο ζωέμπορας και με τον ήλιο καντήλα ,κατάκοποι ,έφτασαν στη στάνη.
Βλέπει τα αρνιά ο κυρ-Θανάσης ,τετράπαχα και καλοζωισμένα ,του άρεσαν πολύ και αμέσως ρώτησε το Μπάρμπα.
-Πόσο τας πουλάς τα αρνιά?
-Μα δεν τα πουλάω αποκρίθηκε ο τσέλιγκας.
-Δεν τα πουλάς? Και τι με έφερες εδώ πάνω μια ώρα δρόμο μέσα στον ήλιο.
Ακουμπώντας το σαγόνι στις παλάμες του που κράταγαν τη γκλίτσα   ο Μπάρμπα Γιώργος, τον κοίταξε με απορία και του λέει.
Εσύ ρε Χριστιανέ μου με ρώτησες αν έχω αρνιά, σου είπα έχω, με ρώτησες αν είναι καλά και σου είπα πολύ καλά, με ξαναρώτησες μπορώ να τα δω και σου είπα ναι μπορείς, σου είπα εγώ ότι τα πουλάω? Δεν τα πουλάω τα αρνιά τα έχω για να τα αυγατίσω.
Ωχ Θεέ μου, αναφώνησε ο κυρ-Θανάσης και έσκυβε κάτω στο χώμα έπαιρνε πέτρες και τις πέταγε πάλι κάτω βρίζοντας και ξανά βρίζοντας για τη λογική του Βλάχου.
Πήρε το δρόμο του γυρισμού μόνος, μέσα στο καταμεσήμερο παραμιλώντας και βρίζοντας και κατηφόριζε προς το χωριό.
Περπάτα πιο γρήγορα, φώναξε ο Μπάρμπα Γιώργος, σε λίγο θα αμολήσω και τα σκυλιά ,δεν σε έφαγαν πρόπερσι θα σε φάνε φέτος παλιοζάγαρο. Να σε μάθω εγώ να κοροϊδεύεις  τη φαμίλια μου άλλη φορά.
Κατηφορίζοντας ο κυρ-Θανάσης το βουνό τότε θυμήθηκε πως πριν από δυο χρόνια του ζήτησε πάλι τα αρνιά ,τα έκλεισε χωρίς καπάρο και μετά δεν του τα αγόρασε και του έμειναν αμανάτι Πασχαλιά του Μπάρμπα Γιώργου, μέχρι το καλοκαίρι που τα έκανε μανάρια και τα πούλησε το 15Αυγουστο.

Η εκδίκηση του Βλάχου ολοκληρώθηκε μετά από δυο χρόνια...Είχε υπομονή ο Βλάχος.

Το Πανηγύρι του χωριού μια Εκδρομή στην Ελληνική Παράδοση


Λίγα χιλιόμετρα έξω από τα Γιάννενα, απέναντι από το κάστρο της πόλης των θρύλων, κάμποσα σπίτια χωμένα μες τον κάμπο, χαμένα μες την καταπράσινη ομορφιά της φύσης ακουμπάνε τα πόδια τους στους  μπαξέδες και στις  καλαμιές της λίμνης.Είναι το χωριό των Λογγάδων. Ζωντανό κεφαλοχώρι με άξιους νοικοκυραίους προικισμένους με βιο και προκοπή. Γι' αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί, κάθε του πέτρα και ένας καημός, κάθε  κηπάρι και κλαρί μια ιστορία, κάθε αμπέλι, κάθε χωράφι, κάθε δρομάκι και στενό θυμίζουν πόθο παιδικό και όλα μαζί,εκείνα τα παλιά και τούτα τα καινούρια  γεννούν μια όμορφη ανάμνηση. 
Οι κάτοικοί του, στο σύνολό τους αγρότες,  ολημερίς και ολοχρονίς παλεύουν στα κτήματα. Οργώνουν, σκάβουν, σπέρνουν, ποτίζουν, σκαλίζουν, θερίζουν  και όλα αυτά για να μη λείψει τίποτα, από τα απαραίτητα,  στη φαμίλια τους. Αυτός ο συνεχής  χωραφόδρομος της ζωής, αγκαλιασμένος με το πείσμα για κάτι καλύτερο,τους έκανε εργάτες της γης με πλούσια ανθρωπιά και βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα.Από το υστέρημά τους, με προσωπική δουλειά  και πολύχρονο  αγώνα, έχτισαν,παραδίπλα από τον παλιό  ιστορικό Ναό, καινούργιο, μεγαλοπρεπή, αφιερωμένο και αυτόν στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αγαπούν τη δουλειά τους και λατρεύουν  τη Μάνα του Χριστού και Θεού τους.
 Στα μέσα του Αυγούστου την Παναγιά γιορτάζουν. Πάσχα του καλοκαιριού η γιορτή της Θεοτόκου.  Οι ξεσπιτωμένοι αγρότες λίγες μέρες πριν  το δεκαπενταύγουστο,αφήνουν τον κάμπο και γυρίζουν στο κονάκι τους, να ετοιμαστούν και να ετοιμάσουν για το πανηγύρι. Οι κοπελιές  θα πάνε στην πόλη ν' αγοράσουν καινούρια ρούχα και καλά παπούτσια, οι μανάδες θα πλύνουν, θα καθαρίσουν το σπίτι και θα βγάλουν από την κασέλα  τη γιορτιάτικη αλλαξιά. Το πανηγύρι στο χωριό είναι  εκδρομή στην παράδοση, είναι ταξίδι στο χρόνο είναι ακόμα γιορτή της Παναγίας και όχι απλά εποχή των διακοπών.  Συγγενείς και φίλοι από τα γύρω χωριά αλλά και από μακριά θα φιλοξενηθούν στα φτωχικά τους. Στο  σπίτι της Μήτραινας, ο σεβαστότερος  επισκέπτης είναι ο πατέρας της, ο μπάρμπα Βαγγέλης.
Έρχεται από μια  μέρα δρόμο μακριά. Φορτώνει τη γαϊδάρα του  με σπιτικά καρύδια, τσίγαλα, κυδώνια, αγοράζει και  κάμποσες τσαπέλες ξερά σύκα από το μπακάλη του μαχαλά του,  βάζει μισή αρμάθα καπνό στο κόρφο του  για να έχει μπόλικο χαρμάνι για τα κλωστά  τσιγάρα του, φορτώνεται και αυτός   μεσοσάμαρα και ανάρια - ανάρια το χωματόδρομο  πάει να δει  τη χήρα κόρη του, τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Κοντόσωμος,  αδυνατούλης, με πολλά χρόνια φορτωμένος στην πλάτη του, με τη σκούρα  τραγιάσκα στο  κεφάλι του, με τη γυαλισμένη  μπαστούνα στο χέρι του και με το  παρδαλό μαντίλι τριγωνικά  στο λαιμό δεμένο για να μαζεύει τον καλοκαιριάτικο ιδρώτα, φτάνει πρώτος στο πανηγύρι. Την παραμονή της Παναγίας ξετρυπώνει από τον τορβά ένα κερί,τυλιγμένο σε εφημερίδα, που από το σπίτι του το  κουβαλάει μαζί του, για τάμα στην Μεγαλόχαρη  και με την πρώτη καμπάνα κούτσα-κούτσα  σπρώχνει το καταπονημένο  κορμί του   για την εκκλησιά. Θέλει να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Κοντεύει τα ενενήντα και του χρόνου δεν ξέρει αν θα ζει για να ξανάρθει. Την ημέρα της Παναγίας ο κόσμος  είναι πολύς στην εκκλησιά και η ηλικία, αντάμα με τα κουσούρια του, δεν του  επιτρέπουν να ανακατεύεται μαζί τους  γι' αυτό  προτιμά την παραμονή να μεταλάβει. Να μην έρχονται τα ρημάδια τα γερατειά. Ο Θεός σε κάνει άνθρωπο και κείνα σε μασκαρεύουν. Σου παίρνουν τη δύναμη από τα ποδάρια, τα δόντια από το στόμα, τη λαλιά από τη γλώσσα, το φως από τα μάτια, τη λογική από το μυαλό.
Ομάδες γυναικών του χωριού, με προσοχή  και σχολαστικότητα καθαρίζουν και φροντίζουν, από μέρες τώρα, τις εικόνες, τα καντήλια, τα  μανουάλια, τα στασίδια, τα παράθυρα,  τις αυλές, τα πεζούλια και τους γύρω χώρους της εκκλησιάς.  Έθιμο παλιό το προσκύνημα  στην Παναγία. Στη χάρη της  όλοι συγκεντρώνονται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες στο χωριό, να πάνε στην  εκκλησιά, να ευχαριστήσουν  την Μάνα  του Χριστού για κάτι που τους έκανε και να την ικετέψουν για κάτι που θέλουν να τους κάνει. Μικροί και  μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, γραμματισμένοι και αγράμματοι, γονατίζουν  ευλαβικά  μπροστά στην πάνσεπτη εικόνα της και ανάβουν το αγιοκέρι της πίστης και της αγάπης. Το βράδυτης παραμονής οι καμπάνες  χτυπούν  γιορταστικά. Ο παπάς του Χωριού με  πολλούς ψαλτάδες περιωπής,  ψάλλουν  τον πανηγυρικό εσπερινό,  και ακολουθεί  θείο κήρυγμα από τον ιεροκήρυκα της μητρόπολης. Γίνεται  περιφορά της εικόνας στους κεντρικούς δρόμους του χωριού και όλος ο κόσμος  με σεβασμό συμμετέχει στη λιτανεία.
Ανήμερα της Παναγίας μετά την εορταστική θεία λειτουργία  σε κάθε σπίτι στρώνεται πλούσιο τραπέζι με ντόπια κοψίδια από  φαμιλιάρικα σφαχτά. Γνήσια καμποχωρίτικα μαγειρέματα από αγνά προϊόντα του τόπου τους. Γαλατόπιτες,τυρόπιτες, κοτόπιτες και πολλών ειδών χορτόπιτες, φουρνισμένες στο μεγάλο στρογγυλό σινί ανοίγουν την όρεξη στους καλεσμένους αλλά και τους σπιτικούς.
Χορταστικά στην όψη και πληθωρικά στη γεύση τα γιορτινά πιάτα συνδυάζονται  με παλιό γλυκό κρασί. Πάνω στα τσουγκρίσματα θυμούνται τα περασμένα. Φέρουν στο νου πρόσωπα που έφυγαν από τη ζωή, άλλους που ξενιτεύτηκαν και κείνους που παντρεύτηκαν. Μιλάνε για τα τωρινά. Λένε για τα παιδιά τους, για τις νυφαδιές και τα εγγόνια τους. Είναι γι αυτούς αξέχαστη  χαρά το πανηγύρι. Λίγη ξεκούραση, λίγη ξεγνοιασιά, μια κοσμαντάμωση για να νιώσουν και κείνοι ότι είναι άνθρωποι και ότι δε ζούνε μόνο για να σκάβουν το χώμα, αλλά  και να συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους.
Το απόγευμα  φοράνε τα καλά τους και  βγαίνουν μαζί με τους μουσαφιραίους στο μεσοχώρι. Οι  κοφτές κοντόδρομες βόλτες στο πλακόστρωτο της πλατείας, τα γλυκοκοιτάγματα,  τα  νόστιμα πειράγματα και τα  χαμόγελα δίνουν και παίρνουν ανάμεσα στις όμορφες και τους  υποψήφιους  γαμπρούς. Ζεστές  καλοκαιριάτικες μέρες για προξενιά, αρραβωνιάσματα  και ζευγαρώματα. Οι σύλλογοι  οργανώνουν τοπική θεατρική παράσταση και  φέρουν τον καραγκιοζοπαίχτη από την πόλη να διασκεδάσει με τα αστεία του μικρούς και μεγάλους. Έρχονται  μικροπωλητές με παιχνίδια, ζαχαρτζήδες με καραμέλες,  παστέλια και  χαλβά. Τα  λιανοπαίδια  παίζουν αλάρωτα ανάμεσα  στις γεμάτες με πραμάτεια τάβλες, έχοντας πάντα στο μυαλό τους τα γλειφιτζούρια και τα ζαχαρκά. Τα  τραπέζια στο μεσοχώρι  στρωμένα με καρό τραπεζομάντιλα και οι καρέκλες ντυμένες  με άσπρα πανιά δεμένα  στην πλάτη, δείχνουν την επισημότητα της ημέρας. Οι μαγαζάτορες και τα γκαρσόνια με ζωσμένες τις ποδιές και ανασκουμπωμένα τα μανίκια, με ευγένεια, πλατύ χαμόγελο  και φιλική διάθεση, σερβίρουν ψητά, ποτά και δροσερά αναψυκτικά. Οι φιλικές παρέες σμίγουν και στρογγυλοκάθονται, τρώνε, πίνουν και  ακούνε τους οργανοπαίχτες και τους τραγουδιστάδες  που σεργιανίζουν  με φαντασία στην καμπίσια παράδοση. Οι μερακλήδες  χορεύουν βαριά λεβέντικα τραγούδια που ξυπνάνε  μέσα τους νεανικά σκιρτήματα. Οι ξενιτεμένοι παίρνουν παραπονιάρικα  που αναφέρονται στο ασίγαστο όνειρο του γυρισμού στη μάνα πατρίδα. Η επιστροφή στους γενέθλιους τόπους έγινε πόθος και καημός.  Οι λογοδοσμένοι παραγγέλνουν ερωτιάρικα της καρδιάς και οι νιόπαντροι τραγούδια της χαράς. Ο διπλός χορός συνεχίζεται  και πέρα απ' τα μεσάνυχτα. Για ντέφι  και κλαρίνο λαχταράει η ψυχή του καμποχωρίτη. Τα περισσότερα ηπειρώτικα τραγούδια  χορεύονται αργά.
Ώσπου να σηκώσεις το ένα πόδι φυτρώνει το άλλο. Δίνουν όμως ενέργεια και δύναμη, παλικαριά και πείσμα για τη ζωή, αγάπη και πόνο για τον τόπο. Ο καμποχωρίτης  το νιώθει, το ζει το τραγούδι και όταν το χορεύει βγάζει ένα παράξενο συναίσθημα  από μέσα του, πώς το λένε δεν ξέρω. Ξέρω όμως να σας πω,ότι  οι χτύποι της καρδιάς του αλλάζουν και ρυθμό και ήχο - συγχρονίζονται με  τις κινήσεις του σώματος, των χεριών, του νου, της σκέψης, και της φαντασίας τη στιγμή εκείνη. Κρατιέται  σφιχτά από το μαντήλι του δεύτερου στη σειρά χορευτή της παρέας και αργά, με λυγισμένα τα γόνατα με χαμηλωμένα τα μάτια και με φωνή που βγαίνει από τα φυλλοκάρδια του,  στριφογυρίζει στη μύτη του ενός παπουτσιού λες και θέλει να βιδωθεί στη γη  που τον γέννησε. Σε κάθε του γύρα πετάει και κάμποσα  χαρτονομίσματα, έτσι για ξαλάφρωμα του μέσα του,ξεσηκώνει τους οργανοπαίχτες  από το πατάρι και δίνει καινούρια παραγγελιά. Το μεράκι δεν έχει τελειωμό.  Η μουσική καλλιεργεί το συναίσθημα και την αισθητική. Απαλαίνει τον πόνο και την ψυχή. Η χαρά και το κέφι δένουν με την αυθόρμητη διασκέδαση και δίνουν ιδιαίτερο τόνο στο καλοκαιριάτικο αντάμωμα της Παναγίας.
 Αργά τα μεσάνυχτα  ο κόσμος αργεύει. Οι φιλοξενούμενοι φεύγοντας  αγοράζουν και κάτι από τους απλωμένους πανηγυριώτικους μπάγκους των πλανόδιων πωλητών για τα μικροπαίδια, που έμειναν με τις γιαγιούλες  στο σπίτι και περιμένουν καλά νέα  και πολλά καλούδια από το πανηγύρι. Ευχαριστημένοι  και ενθουσιασμένοι  από  τη φιλοξενία και τη διασκέδαση,  ανταλλάζουν ευχές και φιλοφρονήσεις με τους συγγενείς και φίλους τους. Εύχονται του χρόνου, καλή   αντάμωση  και μέχρι τότε να ακούγεται  το καλό στα σπιτικά τους. Ταχαράματα τα βιολιά και τα νταούλια σταματούν. Αφού  ακουστούν και τα τελευταία βαριά ηπειρώτικα   « άσματα  της τάβλας», τραγουδισμένα από όλους μαζί τους κεφάτους  ντερτιλήδες, ακολουθούν υποσχέσεις για καλύτερη οργάνωση την επόμενη φορά, με περισσότερο ντόπιο κρασί, κέφι, και  χορό. Το πανηγύρι κάπου εδώ τελειώνει, ενώ ο απόηχος του  θα ακούγεται  για πολύ ακόμα καιρό.
 Μετά το δεκαπενταύγουστο το χωριό μπαίνει στο ρυθμό της καθημερινότητας. Το ανθρώπινο μελίσσι ξανά σκορπάει στις δουλειές.  Οι βοσκοί στα πρόβατα, στα βόδια αι στις γελάδες τους,  οι οικοδόμοι στα γιαπιά  και οι δουλευτάδες της γης στα χωράφια τους, εκεί πλάι στους μπαξέδες. Η δουλειά έμεινε πίσω λόγω πανηγυριού. Οι φασουλιές με τα μαυρομάτικα θέλουν καλάμωμα και οι ντοματιές το δεύτερο δέσιμο στη λευτοκαρίσια βέργα. Η τελευταία σκάλα από γίγαντες θέλει σκάλισμα και κάποια άλλη πότισμα και βοτάνισμα. Στις ατέλειωτες δουλειές, κάθε μέρα, μπαίνουν  και καινούριες. Έχει όμως ο  Θεός. Όλα θα γίνουν. Υγεία να έχουμε και η χάρη της Παναγίας θα βοηθήσει και τώρα, όπως όλο τον καιρό, να μαζευτούν οι δουλειές. Αληθινοί άνθρωποι, από γερό σκαρί φτιαγμένοι και με διαφορετική  σκέψη. Μοιάζουν σαν τα στάχυα. Όσο  μεγαλώνουν τόσο ωριμάζουν και βαθύτερα γέρνουν το κεφάλι τους, κοιτάζοντας τη γη που τους θρέφει γίνονται ταπεινότεροι και γιορτάζουν  ομορφότερα και αγιότερα  τα πανηγύρια και τις χαρές τους.

                                                                               
     Δημήτρης   Μ.  Φίλιος

                                                                            
Οικονομολόγος   Καθηγητής Μ.Ε.



Δημήτρης Φίλιος "Τα Γυμνασιόπαιδα του κάμπου"



Ψυχόβραζαν οι παιδικές μου μνήμες και έγραψα κάτι για να θυμηθούμε τα παλιά και συγκρίνοντάς τα με τα τωρινά, να βρούμε τη διαφορά ευκολότερα και όλοι μαζί να δοξάσουμε το Θεό που φτάσαμε ως εδώ. Να είμαστε καλά  να έχουμε την υγειά μας και να τα λέμε για να ξεπονάμε. Ο πόνος της φτώχειας μάς χτύπησε από την κούνια και μας έμεινε κουσούρι το να θέλουμε να τη μολογάμε, μήπως την ξορκίσουμε και την ξεφορτωθούμε……...

Η ζωή ήταν και εξακολουθεί να είναι δύσκολη στα χωριά του κάμπου. Τα προβλήματα πολλά. Οι καμποχωρίτες αγκαλιασμένοι με αυτά προσπαθούν με τα λίγα μέσα που διαθέτουν να βρουν τη λύση τους. Τα λεφτά βγαίνουν με κόπο και είναι λιγοστά σε όλα τα νοικοκυριά.
Τα παιδιά των χωραφιών βλέποντας από κοντά τη χρόνια αυτή μιζέρια ονειρεύονται μια άλλη ζωή. Καλά είναι τα πρόβατα, καλά και τα κτήματα αλλά δεν δίνουν την ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Οι δάσκαλοι, στους μαθητές που έχουν κλήση στα γράμματα ,φυτεύουν ιδέες. Τους λένε για τη Σχολή Ικάρων, το Ναυτικό, τη Χωροφυλακή. Τους ενημερώνουν για το τι κάνει ο δικηγόρος, τι προσφέρει ο γιατρός, πώς μπορεί να γίνει κανείς δάσκαλος, καθηγητής, οικονομολόγος. Τα ορεξάτα για διάβασμα σχολιαρόπαιδα σκέπτονται κάτι απ’ όλα αυτά για τον εαυτό τους. Γράφουν μέτριες εκθέσεις και λύνουν όλες τις ασκήσεις της αριθμητικής και της Γεωμετρίας. Έχουν άριστο μυαλό και μπορούν να προχωρήσουν στα γράμματα αλλά αλλού είναι ο κόμπος στο χτένι. Τα Γυμνάσια εδρεύουν στην πόλη.  Πού θα μείνουν; Τί θα φάνε; Με τι χρήματα θα αγοράσουν τα τετράδια και τα βιβλία; Πώς θα πορευτούν τόσα χρόνια στα θρανία; Από τη μια όλα αυτά τα εμπόδια και από την άλλη η δίψα για μόρφωση. Βλέπουν τα μεγαλύτερα γυμνασιόπαιδα να έρχονται τα Σαββατοκύριακα από την πόλη και θέλουν και αυτά να τους μοιάσουν. Θέλουν και αυτά να πάνε στη Ζωσιμαία, στο Αρρένων, στο Οικονομικό.
Οι εισαγωγικές εξετάσεις για το Γυμνάσιο δεν τα απασχολούν. Ούτε οι προφορικές ερωτήσεις στα Θρησκευτικά, την Ιστορία και τη Γεωγραφία ούτε οι γραπτές εξετάσεις στα Μαθηματικά τα γονατίζουν. Την Έκθεση φοβούνται όλοι. Ποιο θα είναι το θέμα; Άλλο να γράφουν για την πλατεία του χωριού και άλλο να γράφουν για το συντριβάνι στην πλατεία της πόλης, που δεν το έχουν δει ποτέ και ούτε ξέρουν τι είναι αυτό και ούτε γνωρίζουν πώς λειτουργεί και τι χρειάζεται. Αλλιώς γράφουν τα παιδιά του κάμπου για το ξωκκλήσι του Αϊ-Λια και αλλιώτικα γράφουν τα παιδιά της πόλης για το εμπορικό κέντρο. Οι εμπειρίες διαφορετικές και τα βιώματα άλλα στις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες. Τα χωριατόπαιδα όμως δεν το βάζουν κάτω. Έμαθαν να παλεύουν από τα γεννοφάσκια τους. Η πειθαρχία, η μελέτη, η εργασία είναι η καλύτερη μέθοδος μάχης για ένα όμορφο αύριο. Στις γραπτές   δοκιμασίες τα παιδιά του κάμπου τα πάνε καλά, τα αποτελέσματα βγαίνουν και τα περισσότερα είναι στους πίνακες των επιτυχόντων και μάλιστα σε καλή σειρά. Η μόρφωση είναι μια ατέλειωτη εμπόλεμη κατάσταση με τον εαυτό τους. Αν θέλει να φτάσει κανείς κάπου ,θα πρέπει είτε να πάει πίσω και να σπρώξει είτε να πάει μπρος και να τραβήξει. Αν στέκεται στην άκρη δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Τα αγχωμένα από τη φτώχεια παιδιά, που οι γονείς τους ξέρουν μόνο να σκάβουν τη γη, να ανακατεύουν το χώμα και να φυτεύουν κηπευτικά, θέλουν κάπου να φτάσουν και το τώρα είναι η καλύτερη εποχή. Το σήμερα η ωραιότερη μέρα.
Τα αποδημητικά πτηνά στην αναζήτηση κάποιας ζεστασιάς ρίχνονται στην περιπέτεια ενός μακρινού ταξιδιού. Οι φτωχότεροι μαθητές από τα γυμνασιόπαιδα της πρώτης τάξης θα πάνε στα επαρχιακά σχολεία της Πωγωνιανής και του Μετσόβου. Εκεί στα οικοτροφεία αυτών των κεφαλοχωριών του νομού θα βρούνε στέγη, ζεστασιά και τροφή. Οι υπόλοιποι, που κάπως τα βολεύουν οικονομικά, θα νοικιάσουν ένα δωμάτιο στο κάστρο ή στις φτωχογειτονιές της Σιαράβας. Καθένας, με τον πήχυ του μετράει το πανί του. Η οικοσκευή λιτή. Ένα κρεβάτι, ένα τραπεζάκι, μια καρέκλα, μια γκαζιέρα, για να ζεσταίνουν το φαγητό, μια καραβάνα, το κύπελλο, παλιές εφημερίδες στα παράθυρα για κουρτίνες, δύο τελάρα σε κάποια άκρη στρωμένα με γαλάζιο χαρτί σε ρόλο βιβλιοθήκης, κάποια καρφιά στον τοίχο για να κρεμάνε τον τρουβά με το ψωμί και όλα αυτά μαζί συνθέτουν το σκηνικό του μαθητικού δωματίου.
Οι πρώτες μέρες στο Γυμνάσιο δύσκολες, οι προβληματισμοί πολλοί, η προσαρμογή ίσως και ακατόρθωτη. Χάθηκε η ζωηράδα της δωδεκάχρονης χωριάτικης ψυχής, κρύφτηκε η δύναμη της παιδικής νιότης κάτω από το μπαλωμένο παντελόνι και τα τρύπια παπούτσια. Τα πλουσιόπαιδα έχουν σιδερωμένα ρούχα και καινούρια πουκάμισα, αρχοντικές μπλούζες πλεγμένες στις καλύτερες πλέχτρες της πόλης, ευρωπαϊκές κάλτσες και λουστρισμένα σκαρπίνια· και τούτα, τα καμποπαίδια με τσουράπια, με κοντό ρετσινένιο παντελόνι και γαλότσες στα πόδια. Μόνο στα καπέλα μοιάζουν. Έχουν όλοι την κουκουβάγια και το σήμα με τα αρχικά του Σχολείου. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, που ο καθένας έχει το δικό του χρώμα και τη δική του υπόσταση. Από τη μια τα χωριατόπουλα σαν τα αγριοπούλια ψάχνουν με αποφασιστικότητα να βρούνε μια φωλιά για να κουρνιάσουν, ένα πιάτο φαΐ για να χορτάσουν την πείνα τους, ένα φιλόξενο σχολείο για να αβγατίσουν τη μόρφωσή τους. Από την άλλη τα παιδιά της πόλης με λυμένα τα καθημερινά τους προβλήματα, ρίχνονται όλα μαζί στον άνισο αγώνα για την κατάκτηση της γνώσης και της αξιοσύνης από τα ίδια θρανία, με τους ίδιους δασκάλους.
Το κουδούνι χτυπά στο τέλος και της έκτης ώρας.. Εκείνα «τα τυχερά παιδιά» θα γυρίσουν στο σπίτι τους, θα βρουν φαγητό, ζεστασιά, μάνα, πατέρα, αδέλφια και κάτι θα πουν για το σήμερα. Ετούτα,«τα άλλα παιδιά», «τα χωριατάκια», όπως περιφρονητικά τα φωνάζουν, τραβάνε για τη Σκάλα, το λιμάνι με τις βάρκες. Εκεί σε κάποιο κατάρτι κρέμεται ο τρουρβάς από το χωριό.
Έστειλαν σπιτιακό φαΐ στον κλειδοπίνακα, μπομπότα στο ψωμομάντηλο και γιδοτύρι στη λαδόκολλα. Τι άραγε να έχει μαγειρέψει η καλόψυχη και πονεμένη μανούλα για σήμερα; Ντόπια πραμάτια από τον κάμπο. Τη μια μέρα φασόλια, την άλλη πατάτες, την παράλλη φακές, και κάθε βδομάδα μία από τα ίδια, αλλά με διαφορετική σειρά. Όλο το καμποχωρίτικο μπουλούκι, μικροί και μεγάλοι με τον τρουβά στον ώμο και τα βιβλία παραμάσχαλα, ξεθαρρεμένα πια γιατί είναι μεταξύ τους, του ίδιου συναφιού, φοράνε τα ίδια τριμμένα φτωχικά ρούχα, τις ίδιες πλαστικές γαλότσες αγορασμένες από το παζάρι, μιλάνε την ίδια χωριάτικη γλώσσα, έχουν τη ίδια βαριά καμπίσια προφορά, με αστεία και φωνές επιστρέφουν στα νοικιασμένα φτωχόσπιτα του κάστρου. Θα φάνε, θα ξεκουραστούν λίγο και θα ριχτούν στο διάβασμα.
Με τους καστρινούς δένουν. Είναι και κείνοι απλοί σαν τους καμποχωρίτες, άνθρωποι του μόχθου, του πόνου, της φτώχειας και του μεροκάματου. Νοικιάζουν το ένα από τα δύο δωμάτια του σπιτιού τους στα γυμνασιόπαιδα για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Τα παιδιά του κάμπου παίζουν και κάνουν παρέα με τα δικά τους παιδιά, έχουν την ίδια γειτονιά, την ίδια πλατεία, τα ίδια ενδιαφέροντα. Σκαρφαλώνουν μαζί στα τείχη του κάστρου, ανακαλύπτουν μαζί τις στοές, τα στενά και τα σοκάκια της καστρούπολης. Σιγά-σιγά γίνεται η προσαρμογή. Οι εντυπώσεις αλλάζουν. Ο νους των χωριατόπαιδων καταλαγιάζει και η καρδιά μαλακώνει. Η εγώπολη και η εσύπολη σε αυτήν τη γωνιά της πόλης είναι η ίδια. Είναι η γειτονιά τους. Γνωρίζονται μεταξύ τους, μαθαίνονται, φωνάζονται με τα μικρά τους ονόματα, θέλουν τη συνύπαρξη και αυτό είναι που τα δένει. Τα φτωχοπαίδια του κάμπου δεν είναι πλάσματα κατώτερου Θεού. Όχι. Όλοι έχουν τον ίδιο Θεό και κάτι ο Μεγαλοδύναμος πιστεύουν να μοιράσει και σ΄ αυτά.
Η σωστή θέση στη ζωή είναι να ανέχεσαι αυτό που επικρατεί και να αλλάζεις αυτό που μπορείς. Πέντε μέρες στην πόλη. Σαββατοκύριακο στο χωριό· να πλυθούνε, να αλλάξουν ρούχα, να δούνε τους δικούς τους, να τους πούνε νέα, να ακούσουν τα δικά τους. Τις κρύες Δευτέρες του χειμώνα κουκουλωμένα στην κάπα του πατέρα παίρνουν το πρώτο πρωινό καΐκι για τα Γιάννενα. Πάντα συνεπείς στην ώρα τους οι βαρκαραίοι για να προλάβουν τα γυμνασιόπαιδα το Σχολείο. Όλοι τους καλοί και ευγενικοί βοηθάνε με τον τρόπο τους τα φτωχοπαίδια στην προσπάθεια που κάνουν. Εξάλλου οι περισσότεροι από αυτούς έχουν και τα δικά τους παιδιά στα γράμματα και ξέρουν από κοντά τα προβλήματα και τις δυσκολίες.
Όταν ο βοριάς σταματάει τα δρομολόγια της λίμνης και ο τρουβάς με το μεσημεριανό δεν έρχεται στο λιμάνι της Σκάλας, τότε για τους μαθητές οι λύσεις του φαγητού είναι άλλες. Μοιράζονται το ξεροκόμματο των προηγουμένων ημερών και γεμίζουν το στομάχι τους με γαλοτύρι και λαχαραμιά που από το ξεκίνημα του Σχολείου έχουν κάτω από το κρεβάτι τους , μέσα στα σταμνιά και τα μικρά ξυλοβάρελα.
Στην αρχή κάθε χρονιάς, οι μεγαλύτεροι στην τάξη μαθητές πουλάνε στους μικρότερους τα παλιά τους βιβλία -μεταφράσεις των αρχαίων, μαθηματικά, λύσεις των ασκήσεων-  όλα στη μισή τιμή για να πάρουν με τη σειρά τους από τους άλλους ή από το παλαιοπωλείο του Κουρμανιού τα δικά τους για την παραπάνω τάξη.
Το ψωμί είναι γλυκύτερο, όταν το μοιράζεσαι και η ανέχεια γίνεται λαφρύτερη, όταν την μεσιάζεις. Οι απόφοιτοι της έκτης τάξης πριν φύγουν από το Σχολείο, χαρίζουν την οικοσκευή τους στα πρωτάκια και ο κύκλος συνεχίζεται. Η φτώχεια γεννάει ιδέες επιβίωσης. Τίποτα δεν πάει χαμένο, όλα αλλάζουν χέρια. Αυτοί που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ίσως αποδεικνύονται ισχυρότεροι. Χρειάζεται να ναυαγήσει κανείς πολλές φορές για να γίνει θαλασσοπούλι. Και τούτα τα παιδιά του κάμπου καθημερινά δίνουν τον αγώνα τους για τη ζωή που τόσο σκληρά τους φέρνεται. Αλλά πού θα πάει. Το βόδι δένεται από τα κέρατα και τα σχολιαρόπαιδα από τα λόγια τους. Δώσανε λόγο τιμής να μάθουν γράμματα και θα τα μάθουν. «Πόνος και πόθος και παλμός και αγώνας μας, το αύριο να γίνει καλύτερο από το χθες» πως λέει και το τραγούδι.
Αυτό που λέγεται φωναχτά για να ακούγεται δυνατά«Τα παιδιά των γεωργών να γίνουν γεωργοί και τα παιδιά των γιατρών να γίνουν γιατροί γιατί έχουν λεφτά», δεν το χώνεψε ποτέ το στομάχι τους γιατί, απλά ποτέ δε θέλησαν να καταπιούν κάτι τέτοιο. Κάθε πρωί δένουν σταυρωτά τα λιγοστά βιβλία τους γι να μη φεύγουν από την παγωμένη παλάμη τους, ρίχνουν λίγο τριμμένο μπομποτίσιο ψωμί στις τσέπες τους για να έχουν κάτι να βάλουν στο στόμα τους στα διαλείμματα και τραβάνε για το Σχολειό τους. Καθημερινά μέσα από τα στενά και τα υπόστεγα, εκεί που ο αέρας κόβεται και η βροχή κρατιέται, κάνουν το ίδιο σχολικό δρομολόγιο για ένα και μοναδικό σκοπό, να αλλάξει δρόμο η ζωή τους.                                                  
         Δεν μπορεί κανένας να ανέβει στην πλάτη σου, εκτός αν εσύ ο ίδιος σκύψεις. Άλλο να είσαι γεωργός και άλλο γεωπόνος, άλλο να είσαι κτηνοτρόφος και άλλο κτηνίατρος,άλλο βοσκός και άλλο δάσκαλος.Όλα μπορεί να έχουν την αξία τους αλλά οι θέσεις στην κατάταξη της αξιοσύνης είναι διαφορετικές, όπως διαφορετικός είναι και ο τρόπος ζωής για τον καθένα μας. Οι αξίες δεν παραγράφονται· κατακτώνται και καταγράφονται και όλοι τις έχουμε ανάγκη. Αυτοί που μάθανε γράμματα και φύγανε από το καμποχώρι γυρίζουν με νοσταλγία να περάσουν την άδειά τους και τα χρόνια της σύνταξής τους με τους χωριανούς τους. Δεν ξέκοψαν από το μαντρί τους.
Ο κάμπος δεν έχασε τους ανθρώπους του. Οι περισσότεροι φύτρωσαν,άπλωσαν ρίζες και έμειναν εκεί. Μεγάλωσαν τις περιουσίες τους, απέκτησαν σύγχρονα μηχανήματα, με θερμοκήπια και γεωτρήσεις αύξησαν την παραγωγή τους και καλυτέρευσαν τη ζωή τους. Οι βαρκαραίοι και τα καΐκια δεν υπάρχουν πια για να μεταφέρουν προϊόντα και μαθητές. Ο καθένας έχει το δικό του στεριανό μέσο μεταφοράς. Η επικοινωνία με την πόλη γίνεται από τη γύρα πιο εύκολα, πιο απλά, πιο γρήγορα. Οι νέοι μας δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα στη μάθηση, στη σύνδεση, στην προσαρμογή και στην επικοινωνία με την πόλη και τους κατοίκους της. Η ψαλίδα της φτώχειας και του πλούτου έκλεισε κάπως και μαζί με αυτήν έκλεισαν οι πληγές της ψυχής  στους παλαιότερους, που θέλησαν να πάνε κόντρα στη ζωή για να την κάνουν καλύτερη ακολουθώντας το δρόμο της μάθησης, μόνο και μόνο για να χορτάσουν το ψωμάκι, το ρούχο, τη φαμίλια τους, την αχόρταγη ζωή που τους απομένει. Η μόρφωση είναι γλυκιά σαν το μέλι. Αν όμως δεν τη δοκιμάσεις, δεν καταλαβαίνεις τη γεύση της.
                                               Ο καμποχωρίτης οικονομολογος
                                                         Δημήτρης  Φίλιος                   
Υ.Γ   Ψυχόβραζαν οι παιδικές μου μνήμες και έγραψα κάτι για να θυμηθούμε τα παλιά και συγκρίνοντάς τα με τα τωρινά, να βρούμε τη διαφορά ευκολότερα και όλοι μαζί να δοξάσουμε το Θεό που φτάσαμε ως εδώ. Να είμαστε καλά  να έχουμε την υγειά μας και να τα λέμε για να ξεπονάμε. Ο πόνος της φτώχειας μάς χτύπησε από την κούνια και μας έμεινε κουσούρι το να θέλουμε να τη μολογάμε, μήπως την ξορκίσουμε και την ξεφορτωθούμε.

Τέλος

Η αυλή της Τάτας,στο Νησί της λίμνης Παμβώτιδας




Μια απο τις πιο ομορφες και καθαρες αυλες του νησιου μας.

Η γειτονισσα μου η Τατα Τεα (Αριστεα)το σοκακι χωριζει τις πορτες μας.

Αγαπουσε πολυ την αυλη της,και τα λουλουδια της,θυμαμαι τους μιλουσε και εγω σαν παιδι γελουσα και της ελεγα..

Τατα (θεια) δεν ακουνε τι τους μιλας...ακουνε Αγνη μου απαντουσε και νοιωθουν.
Τωρα κανω το ιδιο κι εγω και παντα θυμαμαι τα λογια της.....

Ουε και αλιμονο αν επεφτε η μπαλα μας οταν παιζαμε στην αυλη της γινοταν χαμος και δεν την ξαναβλεπαμε στα ματια μας ποτε.

Και αν τολμουσε ο θεουλης να ριξει χιονι..η χειροτερη της...οταν θα ελιωνε θα γινοταν η αυλη της χαλια,γι αυτο και η Τατα Τεα επαιρνε ενα φτυαρι μια μεγαλη λεκανη την γεμιζε με χιονι και το μετεφερε στο σοκακι εως να μην υπαρχει ουτε ιχνος στην αυλη.

Μετα επαιρνε την χορταρενια σκουπα και σφουγγαριζε ολη την αυλη...και αν το βραδυ ξανα χιονιζε την επομενη ημερα τα ιδια παλι η Τατα.

Την χαζευα απο το παραθυρι της παλιας μας κουζινας που εβλεπε στην αυλη της.

Την ανοιξη πριν ακομη φτιαξει ο καιρος για να μπορεις να σερμπετωσεις τους εξωτερικους τοιχους η Τατα ξεκινουσε να ασβεστωνει και οταν τελειωνε τους τοιχους ολους, επιανε και ασβεστωνε ολους τους τενεκεδες που χρησιμευανε για γλαστρες...

Η αποκορυφωση ηταν με ενα πινελο να ασβεστωνει γυρω γυρω τις μαυροπλακες στο δαπεδο της αυλης που μοιαζανε μετα σαν κουτακια με μια δαντελα λευκη στην ακρη... 

Έτσι καποιος δεν προσεχε και πατουσε στο ασβεστωμενο και οχι στην μεση της πλακας ακουγε τον εξαψαλμο απο την Τατα,και ετοιμοπολεμη με το πινελο στο χερι και τον ασβεστη εβαφε το λερωμενο σημειο και μουρμουριζε οτι εχουν στραβομαρα και δεν βλεπουν που πατανε.

Για να περασουμε απο την αυλη παιζαμε κουτσο!

Αυτη ηταν η Τατα μας,εχει πολλα χρονια που εχει φυγει απο κοντα μας και αυτη η αυλη και το χαμηλο σπιτακι εχουν χορταριασει...τις προαλες το εβγαλα μια φωτο αλλα καλυτερα να κρατησουμε αυτην την ομορφη εικονα στο μυαλο μας....

Την Τατα μας αναμεσα στα αγαπημενα της λουλουδια!!!!!!!!!!!!!

Αγνή Ζάρρα - Κουτσογιαννίδη


Άνθρωποι Μονάχοι!!!!!

Άνθρωποι μονάχοι,


Ακούγοντας το υπέροχο αυτό τραγούδι της Αλεξίου,συνεχίστε να διαβάζετε τις σκέψεις μου!!


Άνθρωποι που ξέμειναν στα αζήτητα της Κοινωνίας,άνθρωποι που είχαν όνειρα στη ζωή τους και έγιναν Εφιάλτες!!!

Άνθρωποι γεμάτοι Ελπίδες,πως θα ζήσουν όμορφα τη ζωή τους,πως θα προσφέρουν στην Κοινωνία και την Πατρίδα!!!

Άνθρωποι που προσπάθησαν με τις δυνάμεις που είχαν να σταθούν στα πόδια τους,έλα όμως που αυτό δεν έφτανε και σωριάστηκαν γιατί δεν είχαν κάποιο χέρι βοήθειας!!!

Άνθρωποι που πίστεψαν σε Πολιτικούς,οι οποίοι υπόσχονταν πλούτο και ευημερία !!!!

Άνθρωποι,άνθρωποι,άνθρωποι!!!!!!!

Λεγόμαστε άνθρωποι? Έχουμε αυτή την αφέλεια να λεγόμαστε άνθρωποι?Και τι κάνει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο?

Αν είναι πλούσιος,πατάει συνεχώς πάνω στον φτωχό τον αδύναμο άνθρωπο και όλο ανεβαίνει ψηλά και συνεχίζει να ανεβαίνει γιατί και άλλα κορμιά συσσωρεύονται από κάτω και συνεχώς ανεβαίνει,ανεβαίνει,ανεβαίνει.....

Αν είναι Πολιτικός ακόμη χειρότερα!!!!

Εκμεταλλεύεται τα όνειρα και τις ελπίδες των ανθρώπων,υπόσχεται καλύτερες μέρες,υπόσχεται ευημερία,διορισμούς,πλούτο,πάντα αναφέρεται στον λαό και ο λαός πάντα Προδομένος  ,πάντα με το χέρι απλωμένο,ζητιανεύει, εκλιπαρεί για μια θέση κάπου,να ζήσει αυτός και τα παιδιά του!!

Όταν αποκαλύπτεται για μια φορά ακόμη η Απάτη,τότε οργίζεται,βρίζει τους πάντες,απειλεί και έρχεται στο πρόθυρα της κατάρρευσης και της αυτοκτονίας πολλές φορές!!!

Άνθρωποι μονάχοι,ξεχασμένοι σαν το στάχυ....

Άνθρωποι αποκαμωμένοι,κουρασμένοι από τη ζωή ,μόνοι στον κόσμο,προσπαθούν να δουν αυτόν τον κόσμο μέσα από το γυαλί ,μέσα από το INTERNET ,μέσα από το F/B και άλλα Μέσα επικοινωνίας...
Καθαρίζουν τη οθόνη,να φαίνεται πιο καλά η εικόνα,νομίζοντας πως θα δουν πιο καλά τον φανταστικό κόσμο του INTERNET!!!
Επικοινωνούν,κάνουν γνωριμίες ,φιλίες χαμογελούν,μα όλα είναι ψεύτικα,όλα είναι στο γυαλί και μόλις κλείσει ο Υπολογιστής,χάνονται,μένουν οι σκέψεις,πικρά χαμόγελα και πάλι συνεχίζουν κουρνιασμένοι σε μια γωνιά να σκέφτονται.....Τι πήγε στραβά και ξέμειναν?
Κοιμούνται και αν είναι τυχεροί,ίσως ονειρευτούν κάτι ευχάριστο,ίσως νοιώθουν πως κάτι καλό κρατούν στα χέρια τους,θα νοιώθουν ευτυχία μέχρι που θα ξυπνήσουν και θα δούν τις παλάμες άδεις!!
Σπάνια όμως βλέπουν καλά όνειρα,οι Εφιάλτες έχουν κουρνιάσει στο μυαλό τους,ιδρώνουν από αγωνία τις νύχτες,πετάγονται από το κρεβάτι......και κάποια νύχτα μη αντέχοντας άλλο τους Εφιάλτες βρίσκονται κρεμασμένοι από ένα σχοινί και μια κρεμάλα ,που άλλοι την έστησαν εκεί....

Άνθρωποι,ας απλώσουμε όλοι τα χέρια να ενωθούμε μεταξύ μας,ο πόνος,η φτώχεια,η απελπισία μας ενώνει!!!!
Ας μην παραδώσουμε τα κορμιά μας και ας μη γίνονται σκαλοπάτια να ανεβαίνουν όλο και πιο ψηλά οι πλούσιοι!!!
Ας μην εμπιστευόμαστε τους Πολιτικούς που μας Προδίδουν και μας πληγώνουν κάθε μέρα!!!
Ας ενωθούμε μεταξύ μας εκατομμύρια άνθρωποι,να είμαστε δυνατοί,εμείς μπορούμε να σταματήσουμε ενωμένοι αυτόν τον κατήφορο ,αυτή την απαξίωση του ανθρώπου !!!!
Πάρτε δύναμη από Τον Θεό,σηκωθείτε από το πονεμένο κρεβάτι,ενώστε τις δυνάμεις σας και πολεμήστε το Θηρίο της Παγκοσμιοποίησης που θέλει να αφανίσει τον άνθρωπο!!!
Μη φοβάστε αυτούς που ασκούν Τρομοκρατική Εξουσία,αυτοί πρέπει να μας φοβούνται,εμείς έχουμε τη δύναμη,εμείς θα νικήσουμε!!!
Έτσι κάποια μέρα δεν θα υπάρχουν άνθρωποι μονάχοι,γιατί θα είμαστε όλοι μαζί,όλοι παντού!!!!

Νίκος Παπαχρήστος

Τα δάκρυα των γονιών,για τα παιδιά τους που Ξενιτεύονται....

Τελευταίο βράδυ στους Λογγάδες,αύριο πάλι Αθήνα!!!

Εκμεταλλεύτηκα αυτό το ταξίδι αστραπή και είπα απόψε να βγω με τα φιλαράκια μου σε ένα ταβερνάκι του χωριού,όπου φάγαμε καλά και ήπιαμε αρκετό κρασάκι!!!

Δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω,αλλά θέλω να σας μεταφέρω όσα είπε ο φίλος μου ο Δημήτρης ,που έχει μια κόρη Αριστούχο Ερευνήτρια και δυστυχώς δεν υπάρχει ελπίδα να εργαστεί στην Ελλάδα!!!!

Όποτε έρχεται η κόρη του και ξαναφεύγει για το Εξωτερικό,την συνοδεύει στο αεροδρόμιο και πάντα τα δάκρυά του κυλάνε στα μάγουλα του και είπε......

Σε όλα τα αεροδρόμια της Πατρίδας μας,ο κόσμος θα γλιστράει από τα δάκρυα τον γονιών που κλαίνε για τα παιδιά τους,που δεν βρίσκουν δουλειά εδώ και ξενιτεύονται........

Άδειασαν όλα τα ποτήρια μονορούφι και φύγαμε,δεν υπήρχαν άλλα λόγια για κουβέντα,μόνο σκέψεις για αυτές τις αλήθειες......

Κραυγές και δάκρυα του Έλληνα που φώναζε για Δικαιοσύνη στην Αλβανία του Μπερίσια



Τα παρακάτω Ντοκουμέντα και αφηγήσεις,αφορούν έναν από τους 5 της Ομόνοιας!!!

Ήταν βράδυ 17 Απριλίου 1994 και το ρολόι έδειχνε δέκα ακριβώς.
Με τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου μόλις είχαμε σχολάσει το βραδινό λιγοστό φαΐ μας, όταν δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα του σπιτιού μου συνοδευόμενα από δυνατές φωνές και προστάγματα να ανοίξουμε γρήγορα. « Αστυνομία ανοίξτε γρήγορα γιατί θα σπάσουμε την πόρτα» ήταν η προσταγή του Καπετάνιου.
Η τελευταία μπουκιά που είχαμε στο στόμα, έμεινε κολλημένη και η γλώσσα ασάλευτη, δεν κουνιόταν καθόλου,ούτε για  να κατεβάσει το ψωμί στο λάρυγγα, γιατί κι αυτός στέγνωσε με μιάς από το φόβο και τη λαχτάρα.
Έτσι άνοιξα την πόρτα κι αντίκρισα εφτά αστυνομικούς τις ΣΙΚ να στέκουν μπροστά μου.
Στο σπίτι επικράτησε νέκρα λες και μπήκε ο θάνατος μέσα.
Κατάπια τη μπουκιά μου και με λόγια σταθερά τους ρώτησα. «Σε τι οφείλεται,κύριοι η επίσκεψή σας;Δείξτε μου την άδεια ελέχγου για την παραβίαση της οικίας μου».
«Κάνε πέρα ρε που θέλει και άδεια η αφεντιά σου» ήταν η απόκριση του Καπετάνιου.
Κατάλαβα ότι έπρεπε να σωπάσω.Ο λόγος του Θεού γίνεται κατανοητός μόνο από λογικά όντα .Οτι και να έλεγα,όσο και να φώναζα κανείς δεν θα με άκουγε κανείς δεν θα με καταλάβαινε .
Μέσα στο χαμό μου και την απελπισιά, ένοιωσα δυο μικρά παιδικά χέρια να σφύγκουν το λαιμό μου και ένα απαλό μάγουλο μουσκεμένο απ το κλάμα να ακουμπά το δικό μου. 
Ήταν ο μικρός μου γυιός που τρομαγμένος έπεσε στην αγκαλιά μου θες για να προστατέψει εμένα,θες για να τον προστατέψω εγώ ,τι να πω δεν ξέρω.
Όποιος κι’ αν ήταν ο λόγος, εμένα μου άρεσε αυτή η τρυφερή στιγμή ,γιατί ήταν και η μοναδική μέσα στην άγρια νύχτα με τα άγρια φαντάσματα να ουρλιάζουν για εκδίκηση και δίψα για πόνο και αίμα.
Παρακολουθούσα τις κινήσεις των αστυνομικών και τώρα που το ξανασκέφτομαι,θυμάμαι ότι δεν ανταποκρίθηκα στ’ αγκάλιασμα του παιδιού μου,αλλά και να το ήθελα τα χέρια μου κρέμονταν από τους ώμους ξερά από το φόφο και δεν μπορούσαν να κουνηθούν πόσο μάλλον να σφίξουν το σπλάχνο μου.
Ένα βάρος περιτριγύριζε το μυαλό μου εκεί στη μοναξιά της φυλακής που βρέθηκα για πολλούς μήνες και το μόνο που λαχταρούσα ήταν η φαμίλια μου και να σφίξω στην αγκαλιά μου όλη την οικογένεια μα πιο πολύ το μικρό μου γυιό που ίσως τον πίκρανα τότε
Θυμάμαι τα μαύρα μάτια του αστυνομικού που πήρε το παιδί από πάνω μου,το έριξε κάτω και μου πέρασε τις χειροπέδες μπροστά στα μάτια της γυναίκας μου και των παιδιών μου.Τέτοια μάτια άγρια και γεμάτα μίσος δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου.
Σταθείτε λίγο, πρόφτασα να ψελλίσω,σταθείτε .Έχω να κάμω ένα τελευταίο χρέος .Σαν το κάμω  μπορείτε να με πάρετε και να με κάνετε χίλια κομμάτια δεν με νοιάζει.Τι σας έκανα και με τραβάτε έτσι.Κανένα έγκλημα και δεν το ξέρω;
Ήθελα να προσευχηθώ μπροστά στο εικονοστάσι και για να πάρω δύναμη αλλά και για να τους κάμω να σκάσουν και να φοβηθούν ίσως μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς και του Χριστού μας.
Δεν πρόφτασα να κάμω βήμα όταν μ’ άρπαξαν δυο τρεις μαζί και με έβγαλαν έξω από το σπίτι σηκωτό.
Έλα έξω ρε Προδότη που ρωτάς και τι έκανες,φώναξε ο Καπετάνιος και απευθυνόμενος προς τους αστυνομικούς τους φώναζε « τις χειροπέδες από πίσω σας είπα και σφιχτά το τομάρι».
Έγιναν όλα τόσο γρήγορα και για πότε βρέθηκα μέσα στο FORD της Αστυνομίας ούτε που το κατάλαβα.Πρόφτασε η γυναίκα μου και μου έδωσε ένα σακάκι που το κράταγα σφιχτά μη μου το πάρουν και αυτό.
Πέντε FORD φορτηγάκια δέκα κούρσες και μια μοτοσικλέτα όρμησαν από το δρόμο του σπιτιού μου προς τα κάτω,ουρλιάζοντας οι σειρήνες και μέσα στο σκοτάδι άπλωναν τον τρόμο σε όλο το χωριό.
Η φάλαγγα προχωρούσε θριαμβευτικά.Μέσα της ήταν ο επικίνδυνος «Προδότης» και δεν κινδύνευε πια το Αλβανικό Κράτος και η «Δημοκρατική Κυβέρνηση».
Το δρομολόγιο του Γολγοθά μου άρχισε εκείνο το βράδυ.Δρομολόγιο Αργυρόκαστρο-Τίρανα και αμέσως στα κελιά των φυλακών.
Σ’ όλο το δρόμο το είχα πάρει απόφαση ότι θα με σκοτώσουν.Το παράπονό μου και το ερώτημα ήταν γιατί;
Χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου κατά τη διαδρομή.Χιλιάδες όνειρα παιδικά για Πατρίδα και Λευτεριά χάνονταν στην έρημη στράτα και το δάκρυ δεν μπόρεσε να κρατηθεί στα τρομαγμένα κι’ απελπισμένα μου μάτια.
Βγήκε  κύλησε στα μάγουλά μου και στάθηκε στα χείλη μου.Το ρούφηξα κι’ εγώ να μην πέσει κάτω και το πατήσουν βρόμικα πόδια.
Ήταν το πιο πικρό δάκρυ που γεύτηκαν τα χείλη μου.
Η πόρτα της φυλακής άνοιξε και έκλεισε το κορμί μου μέσα.
Κοντά στο ξημέρωμα,την ώρα που τα πουλιά πετούν κι’ αρχίζουν να κελαηδούν.
Είπα κι’ εγώ στ’ αηδόνι μου με βουρκωμένα μάτια.

Μικρό πουλί μου όμορφο
αηδόνι γλυκοκέλαηδο
τραγουδιστή της φύσης.
Κελάηδησε τον πόνο μου
το χάλι που με βρήκε.
Κι αν θα διαβείς απέναντι
στη μάνα την Πατρίδα
τραγούδησε για τα παιδιά
που τάχουν σκλαβωμένα



Το κόκκινο αυγό

Η Μεγάλη βδομάδα άρχισε κι εγώ αντάμα με τους άλλους τέσσερις στενάζαμε στη φυλακή στα Τίρανα.
Απ’ τα μικρά μου χρόνια απ’ τη μάνα μου είχα το Χριστό μέσα μου φύλακα και οδηγό στη ζωή μου.
Σκεφτόμουν Εκείνον,τα βάσανα και το Σταυρό του  και έπαιρνα κουράγιο για τα δικά μου βάσανα.
Εκείνον, που ήταν και Θεός έλεγα,τον Σταύρωσαν, γιατί δίδασκε την αγάπη ,την ομόνοια και το σωστό δρόμο που θα πρέπει να έχει ο άνθρωπος στη λιγοστή ζωή του.
Τι περισσότερο θα μου κάνουν εμένα έλεγα.Μα πάλι Εκείνος ήταν και Θεός και άντεξε,εγώ ένα ανθρωπάκι του πόσο θα αντέξω;
Όσοι πίστεψαν στο Χριστό, έτρεχαν ξοπίσω Του γιατί έβαλαν βαθιά στην καρδιά τους τα λόγια Του και τα έκανα πράξεις.
Αυτά που έλεγα εγώ, που φώναζα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου,για τα ανθρώπινα δικαιώματα,για την Πατρίδα μα και για τη Θρησκεία τις Εκκλησιές μας και τα Άγια των Αγίων που καταπατούσε συνέχεια ο κάθε Αξιωματούχος της Κόκκινης Δημοκρατίας τι έγιναν;
Τα έβαλε κάποιος στο νου του,πίστεψε ότι μπορούν να γίνουν πραγματικότητα γι αυτόν και τα παιδιά του ή έμεινα μόνος στο κελί της φυλακής για να πληρώσω την αποκοτιά μου;
Εκεί που συλλογιζόμουν όλα αυτά και πολλά άλλα,άκουσα στο βάθος της φυλακής μια φωνή δυνατή που έλεγε: « Μα θέλω να τους δω.Δεν μπορώ να τους κάνω μια επίσκεψη;Βουλευτής είμαι και το ξέρετε καλά».
Με μιας έλαμψε το κελί από φως. Έλαμψε από το φως της Ελπίδας.Δεν είμαι μόνος μου σκέφτηκα.Αυτοί που είναι έξω,αυτοί με πίστεψαν κι’ εμένα σαν το Χριστό.Θα έλθουν να με βοηθήσουν κι’ εμένα και τους άλλους.
Έσκυψα σε μια γωνιά του κελιού καθιστός στα γόνατα και με τις παλάμες μου κράταγα σφιχτά τα μάγουλά μου που έκαιγαν από αγωνία για το αύριο.Αγωνία ποιος να ήταν άραγε που ζητούσε έτσι παλικαρίσια να μας δει;
Τι σημασία έχει ποιος είναι ονομαστικά.Σημασία έχει ότι δεν μας άφησαν μόνους στον αγώνα μας. Ήταν εκεί όλοι μαζί μας μέχρι το τέλος .
Για μένα όλες οι ημέρες της φυλακής είχαν και τη δική τους ξεχωριστή ιστορία.
Γεγονότα που δεν θα τα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου,εκτός κι αν χάσω τα λογικά μου με καινούργια βάσανα.
Θέλω όμως να σταθώ στο βράδυ της Ανάστασης του Χριστού, να μάθετε πως πέρασα τη δική μου Ανάσταση στη φυλακή,έτσι για να την θυμάστε και σεις.
Βρέθηκε στο παντελόνι μου ένα κατοστάρικο τσαλακωμένο και μουσκεμένο,μα είχε την αξία του εκεί μέσα στη φυλακή.
Φώναξα έναν φύλακα που έδειχνε καλός και τον παρακάλεσα να μου αγοράσει με το κατοστάρικο ένα κερί.Αυτός με κοίταξε,μου χαμογέλασε και με ρώτησε τι το θέλω το κερί.
Να του είπα,εμείς οι Χριστιανοί έχουμε την Ανάσταση του Χριστού μας απόψε και θέλω να το ανάψω εδώ μέσα στη φυλακή,να Τον νοιώθω πλάι μου  για να Αναστηθεί κι’ εμένα το ηθικό και η ελπίδα μου.
Βάλε το κατοστάρικο στη τσέπη σου μου είπε και  δεν είναι  ανάγκη να πληρωθώ για ένα κερί.
Άμα μπορέσω να σου φέρω θα το κάμω ,αλλά πρόσεχε μη μάθουν για μένα.
Η βάρδια του καλού φύλακα τέλειωνε στις δέκα η ώρα το βράδυ.Δέκα παρά λίγα λεπτά.ήρθε στο κελί μου και μου έφερε μια μικρή λαμπάδα.Την έπιασα με τα δυό μου χέρια γρήγορα-γρήγορα και την έκανα πέντε κομματάκια.
Μη φεύγεις φώναξα στον φύλακα.Να πάρε αυτά τα κομμάτια και πήγαινε να δώσεις από ένα στους άλλους τους δικούς μου και να τους πεις Καλή Ανάσταση.
Ο φύλακας με άκουσε.Πήρε τα άλλα τέσσερα κομμάτια από τη μικρή λαμπάδα και χάθηκε στο διάδρομο.
Άκουγα τα βήματά του και μέτραγα τις στάσεις και τη σιωπή τους.Στάθηκε τέσσερις φορές και ξαναέφευγε γρήγορα.
Ωραία είπα μέσα μου.Αν μπορέσουν να βρουν φωτιά ίσως τα ανάψουν μετά από δυό ώρες όταν θα είναι και η ώρα της Ανάστασης του Χριστού.
Πέρασε καμιά ώρα όταν το μικρό πορτάκι της φυλακής άνοιξε και είδα τα μάτια του καλού φύλακα και το μισό κεφάλι του.
Τρόμαξα και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα.Φοβήθηκα για τον ίδιο περισσότερο, μήπως και του έκανα κανένα κακό με την παραγγελιά μου.
Τι έγινε τον ρώτησα.Τίποτε μου αποκρίθηκε,να γύρισα και σε έφερα σπίρτα και ένα αυγό κόκκινο.Ξέρεις η γυναίκα μου είναι Χριστιανή και τα έβαψε προχθές. Άντε γειάσου τώρα.
Έκλεισε το πορτάκι γρήγορα και με βιαστικά βήματα που χάνονταν στο μακρύ διάδρομο χάθηκε και αυτός.
Κράτησα το αυγό στο χέρι μου και δεν ξεχώριζα στο μισοσκόταδο αν ήταν κόκκινο ή μαύρο.
Άναψα ένα σπίρτο και είδα,ήταν κόκκινο.
Χάραξα κι εγώ πάνω του με ένα σπίρτο, ξύνοντας τη μπογιά ,ένα Σταυρό.
Τον φίλησα κι ένοιωθα το κελί μου Αγιά Σοφιά.
Τα δάκρυα χαράς δεν κρατήθηκαν.Κύλισαν στα μάγουλα και στάθηκαν στα πικραμένα μου χείλη.
Άναψα και το κομμάτι απ’ τη λαμπάδα,έκαμα το Σταυρό μου και έψαλα σιωπηλά, μα με πολύ κλάμα, Χριστός Ανέστη εκ νεκρών..........................................................
Ήταν η δική μου Ανάσταση το δικό μου Πάσχα .
Η   Δίκη
Πέρασε κι’ η Άνοιξη ,στης φυλακής τα σίδερα με χίλια βάσανα που δεν θέλω να τα πω γιατί,ούτε και σένα θέλω να στεναχωρήσω,ούτε και τη λύπηση ζητώ από κανέναν.
Εξ άλλου τι νόημα έχει πια.
Πέρασαν τα περισσότερα και με τη Δίκη που ορίστηκε το Δεκαπενταύγουστο περιμέναμε τη δικαίωση και την αποφυλάκιση.
Τα εγκλήματα που μας κατηγορούσαν ήταν αστεία και δεν έγιναν ποτέ.
Το μόνο έγκλημα ήταν η γενιά μας η Ελληνική και ο πόθος μας να ζούμε Ελληνικά και Χριστιανικά με τα Σχολεία μας και τις Εκκλησιές μας.
Αν μας δικάσουν γιατί θέλαμε να μιλάμε τη γλώσσα μας και να κάνουμε το Σταυρό μας,τότε ας μας δικάσουν.
Θα τα μάθουν όμως όλοι οι ελεύθεροι λαοί κι αυτοί που σέβονται τους εαυτούς τους και τα ανθρώπινα δικαιώματα θα είναι κοντά μας.
Τα νέα που μαθαίναμε στη φυλακή ήταν ευχάριστα.
Όλος ο Ελληνισμός ,σ’όλη τη γή,είχε μάθει για τη φυλάκισή μας και τη στημένη δίκη που θα γινόταν το Δεκαπενταύγουστο.
Έτσι ,τη μέρα της Παναγιάς 15 Αυγούστου μας έβαλαν και πάλι στα περίφημα FORD ,αυτοκίνητα κλούβες, για να μας πάνε στο δικαστήριο για τη μεγάλη δίκη.
Από τα παράθυρα με το πλέγμα της κλούβας βλέπαμε τον κόσμο έξω για πρώτη φορά από τις 17 Απρίλη.
Με τα φώτα αναμμένα και τις σειρήνες να ουρλιάζουν και πάλι,τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα μας πέρασαν στο προαύλιο του δικαστηρίου.
Πρόφτασα και κοίταξα έξω από τα δικαστήρια .
Είχαν μαζευτεί εκατοντάδες άνθρωποι,άγνωστοι απ’όλο τον κόσμο, όπως μάθαμε ,για συμπαράσταση στη δίκη.
Τηλεοράσεις,Δημοσιογράφοι ,΄Ελληνες και ξένοι είχαν γεμίσει την πλατεία δίπλα στα δικαστήρια.
Εμάς και τους πέντε με χειροπέδες μας πήγαν ίσια στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Στήναμε το αυτί μας να ακούσουμε κάτι απ’έξω.
Ελπίζαμε τώρα πιο πολύ και στη δικαίωση αλλά και στο ότι θα μάθαινε ο κόσμος το πρόβλημα της Ελληνικής Μειονότητας στη Αλβανία και την καταπάτηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μας.
Μετά από σχετική άδεια,επιτράπηκε η είσοδος στην αίθουσα του δικαστηρίου σε μερικούς Βουλευτές από το Ελληνικό Κοινοβούλιο και σε υπαλλήλους διαφόρων Πρεσβειών ως παρατηρητές στη δίκη.
Εκεί είδα και τον Βουλευτή απ’ την Ελλάδα τον Αντώνη που με ένα νεύμα μου έδωσε να καταλάβω ότι δεν πρέπει να φοβάμαι.
Εκείνοι ήταν εκεί για μας και ότι όλος ο Ελληνισμός ήταν κοντά μας.
Αναστέναξα με ανακούφιση και πήγα να σηκώσω το χέρι να τους χαιρετήσω,μα οι χειροπέδες που είχα ακόμη και μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου αντάμα με τον φίλο μου δε μου το επέτρεψαν.
Έτσι άρχισε η δίκη που κράτησε σχεδόν ένα μήνα και έβγαλε τη γνωστή απόφαση της καταδίκης μας.
Μια καταδίκη για όλους μας που κανείς δεν θα περίμενε αν ζούσε σε κράτος που θα σέβονταν τους νόμους και τη δικαιοσύνη.
Ξανά πάλι στο κελί περιμένοντας την έφεση και όταν έγινε κι αυτή ξανά πάλι στο κελί με λιγότερα χρόνια ποινή μα με την ίδια αδικία .
Η αγανάκτηση όλου του κόσμου που έμαθε για μας,για τις κατηγορίες και τις μεγάλες ποινές ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη.
Η πίεση που δέχονταν η Κυβέρνηση της Αλβανίας από την Ελλάδα την Ευρώπη και την Αμερική για απαλλαγή μας ήταν πολύ μεγάλη.
Πιο μεγάλη όμως ήταν η ντροπή της Αλβανικής Δικαιοσύνης.
Πως να μας απαλλάξουν τώρα μετά από τις τόσο σοβαρές κατηγορίες που οι ίδιοι κατασκεύασαν;
Έτσι περνούσε ο καιρός και έψαχναν τον τρόπο που θα μας αποφυλάκιζαν να είναι κάπως ευπρεπής γι’ αυτούς και τη Δικαιοσύνη τους.
Εμείς καρτερικά περιμέναμε.Περιμέναμε μέχρι που ήλθαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά.

Το Πρωτοχρονιάτικο Πάρτυ
Τα Χριστούγεννα πέρασαν κι’ αυτά με τα συναισθήματα που μπορεί να έχει ένας φυλακισμένος χρονιάρες μέρες μακριά από την οικογένειά του και με την αδικία της φυλάκισης.

Το πήραμε όμως απόφαση και το πιστέψαμε πως σύντομα θα μας αποφυλακίσουν γιατί δεν θα μπορούσαν να μας κρατήσουν μέσα με τις κατασκευασμένες κατηγορίες και γιατί όλος ο ελεύθερος και πολιτισμένος κόσμος ήταν κοντά μας.

Έφτασε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.Ανοίξαμε τα κουτιά με τα τρόφιμα που μας ήρθαν από τις οικογένειές μας και το επέτρεψαν στη φυλακή να τα πάρουμε.
Προετοιμάζαμε το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι με κάθε πολυτέλεια που θα μπορούσαμε να έχουμε μέσα στο κελί.
Μαζί μου στο κελί,ήταν και ο Ζήκος, ένας άλλος κρατούμενος βλάχος που τον κατηγόρησαν ότι έβρισε έναν Αστυνομικό της ΣΙΚ που του έπαιρνε ένα αρνί με το έτσι θέλω και του έβαλαν τρία χρόνια φυλακή.
Τι να πω Θεέ μου.
Ο Ζήκος θα έφευγε σε τρεις μέρες και ήταν όλος χαρά.
Ας το γιορτάσουμε μου είπε κι’ όταν βρεθούμε έξω θα πιούμε και κρασί μια και δεν έχουμε στο Κέντρο που είμαστε τώρα και γελούσε.
Πράγματι το γιορτάσαμε καλά αλλά μας έλειπε λίγη μουσική έτσι για να φτιάξη το κέφι.
Που και που το βράδυ σαν μας έκλειναν μέσα,από το κελί  πέρα στην άκρη ο Κώστας έπαιρνε και κανένα τραγούδι,άλλες φορές χαρούμενο κι’ άλλες λυπητερό.
Κώστα-Κώστα του φωνάξαμε.
Δεν μας πιάνεις και κανένα τραγούδι για τη βραδιά της Πρωτοχρονιάς???
Απόκριση όμως δεν παίρναμε.
Κώστα ξαναφώναξε ο Ζήκος,πιό δυνατά,δεν ακούς.
Πάλι καμία απόκριση.
Άκουσε ο φύλακας που φωνάζαμε τον Κώστα κι’ αυτός δεν απαντούσε και πήγε προς το κελί του. Άνοιξε το παραθυράκι του φώναζε μα δεν απαντούσε και πάλι.
Άνοιξε την πόρτα του κελιού και μπήκε μέσα.Βγήκε όμως γρήγορα και με τη σφυρίχτρα άρχισε να σφυρίζει τρομαγμένος τρέχοντας προς το Αρχειοφυλακείο.
Τι έγινε ρωτούσαμε όλοι,τι έγινε;
Μετά από λίγο πήραμε την απάντηση στην απορία μας.
Ο Κώστας είχε κρεμαστεί με ένα σεντόνι από το κάγκελο της πόρτας.
Δεν άντεξε στα νέα που του έγραψαν και του έστειλαν μέσα στο δέμα που πήρε για την Πρωτοχρονιά .
Τα νέα ήταν πως απορρίφτηκε η αίτηση που έκανε για να του δώσουν χάρη και θα έμεινε είκοσι χρόνια φυλακή ακόμη.
Το Πρωτοχρονιάτικο πάρτι τελείωσε με μοιρολόι αντί χαρούμενο τραγούδι.
Ήταν το μοιρολόι που έπιασε ο Ζήκος μετά το κλάμα που κάναμε αντάμα όλοι οι φυλακισμένοι.
Ακούγαμε το μοιρολόι του βλάχου και ράγιζε η καρδιά μας..............

Ορέ σαν πας πουλί στην Κορυτσά
στου Κώστα τα λημέρια
τραγούδησε τον πόνο του
και το παράπονό του.
Κι’αν θα διαβείς απέναντι
στη μάνα την Πατρίδα
τραγούδησε της τη σκλαβιά
που έχουν τα παιδιά της.

Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανένας.
Ξημερώσαμε με τα δάκρυα στα μάτια και τον πόνο στην ψυχή μας.
Ο Κώστας λευτερώθηκε, είπα στο Ζήκο.Πήρε το αποφυλακιστήριο μόνος του και δεν περίμενε καμιά χάρη από κανέναν.
Δεν τον κρατούν οι φυλακές πια. Είναι λεύτερος για πάντα.
Μήπως έτσι ήταν καλύτερα γι’ αυτόν;
Αυτό ήταν και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής μου στη φυλακή.
Δεν σκεφτόμουν τη δική μου αποφυλάκιση.
Φοβόμουν μην κάνω το ίδιο με τον καημένο τον Κώστα.
Έτσι πέρασε ο καιρός μέχρι που αποφάσισαν να μας βγάλουν και τους πέντε κάποια μέρα.
Η λευτεριά μου έχει μεγάλη σημασία για την οικογένειά μου.Για μένα έπαψα να νοιάζομαι.
Αν ήξεραν οι «Μεγάλοι» πόσο μικροί είναι μπροστά στον Κώστα?????
Ωχ Θεέ μου κουράστηκα.
Αν θα έχω το κουράγιο θα γράψω για τη λευτεριά μου και τη «δικαίωση» του Αγώνα μου.
Τώρα όμως θέλω να ξεχάσω τις λέξεις φυλακή και θάνατο.

Θέλω να ζήσω ??????????

Νίκος Παπαχρήστος